Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Unfall
01
ατύχημα, ατύχημα
Ein plötzliches, ungewolltes Ereignis mit Schaden oder Verletzung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Unfälle
γενική πτώση
Unfall(e)s
Παραδείγματα
Er hatte einen Unfall mit dem Auto.
Είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unfall
fall



























