der unfall
un
ˈʊn
oon
fall
fal
fal

Ορισμός και σημασία του "unfall"στα γερμανικά

01

ατύχημα, ατύχημα

Ein plötzliches, ungewolltes Ereignis mit Schaden oder Verletzung 
der Unfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Unfälle
γενική πτώση
Unfall(e)s
Παραδείγματα
Er hatte einen Unfall mit dem Auto. 

Είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfall
fall
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store