unbemmert
un
ʊn
ουν
be
μπα
κü
mmert
mɐt
μερτ

Ορισμός και σημασία του "unbekümmert"στα γερμανικά

unbekümmert
01

ανέμελος, αμέριμνος

Ohne Sorgen oder Ängste 
unbekümmert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unbekümmertesten
συγκριτικός βαθμός
unbekümmerter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Lebensstil, Emotionen, Verhalten
Παραδείγματα
Sie lebte ein unbekümmertes Leben am Strand. 

Ζούσε μια ανέμελη ζωή στην παραλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store