Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbekannt
01
άγνωστος, αγνώριστος
Nicht bekannt oder vertraut
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unbekanntesten
συγκριτικός βαθμός
unbekannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieses Gemälde stammt von einem unbekannten Künstler.
Αυτός ο πίνακας είναι έργο ενός άγνωστου καλλιτέχνη.



























