unbefriedigend
unbefriedigend
ʊnb̥əfʁi:d̥ɪgənt
oonbēfridigēnt

Ορισμός και σημασία του "unbefriedigend"στα γερμανικά

unbefriedigend
01

ανικανοποιητικός, ανεπαρκής

Nicht zufriedenstellend oder ungenügend 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unbefriedigendsten
συγκριτικός βαθμός
unbefriedigender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ergebnis, Leistung, Qualität
Παραδείγματα
Das Ergebnis ist unbefriedigend. 

Το αποτέλεσμα είναι ανικανοποίητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store