unbedingt
un
ˈʊn
oon
be
dingt
ˌdɪngt
dingt

Ορισμός και σημασία του "unbedingt"στα γερμανικά

01

απόλυτος, υποχρεωτικός

Absolut erforderlich 
unbedingt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Die Einhaltung der Regeln ist hier unbedingt notwendig. 

Η τήρηση των κανόνων είναι εδώ απολύτως απαραίτητη.

01

απολύτως, οπωσδήποτε

Verstärkt eine Aussage mit Nachdruck oder betont, dass etwas auf jeden Fall geschehen soll oder wird 
unbedingt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das muss ich unbedingt sehen! 

Πρέπει οπωσδήποτε να το δω αυτό!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store