Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umtauschen
01
ανταλλάσσω, αλλάζω
Ein gekauftes Produkt gegen Geld zurückgeben oder gegen ein anderes Produkt eintauschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
tauschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tausche um
γ΄ ενικό πρόσωπο
tauscht um
ενεστώτα μετοχή
umtauschend
απλός αόριστος
tauschte um
παθητική μετοχή
umgetauscht
Παραδείγματα
Ich möchte die Hose umtauschen, sie passt nicht.
Θέλω να ανταλλάξω το παντελόνι, δεν μου κάνει.



























