das uhrwerk
uhrwerk
u:ɐ̯vɛʁk
ooverk

Ορισμός και σημασία του "uhrwerk"στα γερμανικά

01

μηχανισμός ρολογιού, κίνηση ρολογιού

Die mechanischen Teile, die eine Uhr antreiben und deren Zeit messen 
das Uhrwerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Uhrwerke
γενική πτώση
Uhrwerkes
Παραδείγματα
Das Uhrwerk muss regelmäßig gewartet werden. 

Ο μηχανισμός του ρολογιού πρέπει να συντηρείται τακτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uhrwerk

uhr

+

werk

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store