turbulent
tur
tʊʁ
toor
bu
bu
boo
lent
ˈlɛnt
lent
testamentassistentparlamentkorpulent

Ορισμός και σημασία του "turbulent"στα γερμανικά

01

ταραχώδης, ανήσυχη

Eine Situation oder Periode, die von Unordnung, Konflikten oder starken Veränderungen geprägt ist 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am turbulentesten
συγκριτικός βαθμός
turbulenter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die politische Lage im Land ist sehr turbulent. 

Η πολιτική κατάσταση στη χώρα είναι πολύ ταραχώδης.

Λεξικό Δέντρο

turbulent
turbul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store