tun
Pronunciation
/tuːn/

Ορισμός και σημασία του "tun"στα γερμανικά

01

κάνω, εκτελώ

Etwas machen oder ausführen
tun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut
ενεστώτα μετοχή
tuend
απλός αόριστος
tat
παθητική μετοχή
getan
Παραδείγματα
Er tut nichts.
Δεν κάνει τίποτα.
02

προσποιούμαι, κάνω πως

So handeln, als ob etwas wahr wäre
tun definition and meaning
Παραδείγματα
Sie tut so, als wäre sie wichtig.
Αυτή προσποιείται ότι είναι σημαντική.
03

συμβαίνει, λαμβάνει χώρα

Sich etwas ereignen oder geschehen
Παραδείγματα
In letzter Zeit tut sich wenig.
Κάνω λίγα συμβαίνουν τελευταία.
01

πράξη, δράση

Eine Handlung oder Tätigkeit
das Tun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Tuns
Παραδείγματα
Ihr Tun zeigt ihre Meinung.
Η πράξη τους δείχνει τη γνώμη τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store