Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tun
01
κάνω, εκτελώ
Etwas machen oder ausführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut
ενεστώτα μετοχή
tuend
απλός αόριστος
tat
παθητική μετοχή
getan
Παραδείγματα
Er tut nichts.
Δεν κάνει τίποτα.
02
προσποιούμαι, κάνω πως
So handeln, als ob etwas wahr wäre
Παραδείγματα
Sie tut so, als wäre sie wichtig.
Αυτή προσποιείται ότι είναι σημαντική.
03
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
Sich etwas ereignen oder geschehen
Παραδείγματα
In letzter Zeit tut sich wenig.
Κάνω λίγα συμβαίνουν τελευταία.
Das Tun
01
πράξη, δράση
Eine Handlung oder Tätigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Tuns
Παραδείγματα
Ihr Tun zeigt ihre Meinung.
Η πράξη τους δείχνει τη γνώμη τους.



























