der trost
trost
tʁo:st
τροστ
tristtrott

Ορισμός και σημασία του "trost"στα γερμανικά

01

παρηγοριά, ανακούφιση

ein Gefühl der Beruhigung oder Unterstützung, das jemandem hilft, mit schwierigen oder schmerzhaften Situationen umzugehen 
der Trost definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Troste
Παραδείγματα
Er braucht Trost. 

Χρειάζεται παρηγοριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store