die trommel
tro
ˈtʁɔ
traw
mmel
məl
mēl

Ορισμός και σημασία του "trommel"στα γερμανικά

01

τύμπανο, ντραμς

Ein Schlaginstrument, das man mit Stöcken oder Händen spielt 
die Trommel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Trommeln
γενική πτώση
Trommel
Παραδείγματα
Der Musiker schlägt die Trommel mit zwei Stöcken. 

Ο μουσικός χτυπά το τύμπανο με δύο μπαγκέτες.

02

- , -

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store