die Tristesse
Pronunciation
/tʁɪsˈtɛs/

Ορισμός και σημασία του "tristesse"στα γερμανικά

01

θλίψη

Ein Zustand tiefer Langeweile, Freudlosigkeit oder trostloser Monotonie
die Tristesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tristesse
πληθυντικός τύπος
Tristessen
Παραδείγματα
Seine Augen zeigten die Tristesse seines Verlustes.
Τα μάτια του έδειχναν τη θλίψη της απώλειάς του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store