die Treppe
Pronunciation
/ˈtʁɛpə/

Ορισμός και σημασία του "treppe"στα γερμανικά

01

σκάλα, σκαλιά

Eine Konstruktion mit Stufen, die verschiedene Höhen verbindet
die Treppe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Treppe
πληθυντικός τύπος
Treppen
Παραδείγματα
Neben dem Aufzug gibt es auch eine Treppe.
Δίπλα στο ασανσέρ υπάρχει και μια σκάλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store