Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Transport
01
μεταφορά, μετακίνηση
Das Befördern von Personen oder Sachen von einem Ort zum anderen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Transport(e)s
πληθυντικός τύπος
Transporte
Παραδείγματα
Der Transport der Waren dauert zwei Tage.
Η μεταφορά των εμπορευμάτων διαρκεί δύο ημέρες.



























