Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Transport
[gender: masculine]
01
μεταφορά, μετακίνηση
Das Befördern von Personen oder Sachen von einem Ort zum anderen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Transport(e)s
πληθυντικός τύπος
Transporte
Παραδείγματα
Für den Transport großer Maschinen braucht man spezielle Fahrzeuge.
Για τη μεταφορά μεγάλων μηχανημάτων, απαιτούνται ειδικά οχήματα.



























