toll
Pronunciation
/tɔl/

Ορισμός και σημασία του "toll"στα γερμανικά

01

υπέροχος, εντυπωσιακός

Sehr gut oder beeindruckend
toll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tollsten
συγκριτικός βαθμός
toller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dein neues Auto ist toll.
Το καινούριο σου αυτοκίνητο είναι υπέροχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store