tolerant
Pronunciation
/toləˈʀant/

Ορισμός και σημασία του "tolerant"στα γερμανικά

01

ανεκτικός, ανεκτικός

Andere Meinungen, Lebensweisen oder Unterschiede akzeptierend, ohne Vorurteile oder Ablehnung
tolerant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am tolerantesten
συγκριτικός βαθμός
toleranter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er zeigte sich tolerant, obwohl er anderer Meinung war.
Επέδειξε ανοχή, αν και είχε διαφορετική γνώμη.

Λεξικό Δέντρο

intolerant
tolerant
toler
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store