die toilette
toi
toa
toa
le
ˈlɛ
le
tte
vignetteetikettekassettepinzette

Ορισμός και σημασία του "toilette"στα γερμανικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

Ein Raum oder eine Vorrichtung für die Körperhygiene 
die Toilette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Toilette
πληθυντικός τύπος
Toiletten
Παραδείγματα
Die Toilette ist neben der Küche. 

Η τουαλέτα είναι δίπλα στην κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store