der tod
tod
to:t
tot
tot

Ορισμός και σημασία του "tod"στα γερμανικά

01

θάνατος, αποβίωση

Ende des Lebens eines Menschen oder Tieres 
der Tod definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tode
γενική πτώση
Tod(e)s
Παραδείγματα
Der Tod ihres Vaters traf sie sehr. 

Ο θάνατος του πατέρα της την επηρέασε πολύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store