Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tod
[gender: masculine]
01
θάνατος, αποβίωση
Ende des Lebens eines Menschen oder Tieres
Παραδείγματα
Der Tod gehört zum Leben dazu.
Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θάνατος, αποβίωση