das tier
tier
ti:ɐ̯
ti
tiger

Ορισμός και σημασία του "tier"στα γερμανικά

01

ζώο, θηρίο

Ein lebendes Wesen, das atmet und sich bewegt, aber keine Pflanze und kein Mensch ist 
das Tier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Tiere
γενική πτώση
Tier(e)s
Παραδείγματα
Vögel sind Tiere mit Federn. 

Τα πουλιά είναι ζώα με φτερά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store