teuer
Pronunciation
/tɔʏ̯ɐ/

Ορισμός και σημασία του "teuer"στα γερμανικά

teuer
[comparative form: teurer][superlative form: teuerste-]
01

ακριβός, δαπανηρός

Kostet viel Geld
teuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
teuerste-
συγκριτικός βαθμός
teurer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Teure Kleidung kaufe ich selten.
Σπάνια αγοράζω ακριβά ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store