testen
tes
ˈtɛs
tes
ten
tən
tēn
tastentexten

Ορισμός και σημασία του "testen"στα γερμανικά

testen
01

δοκιμάζω, ελέγχω

Etwas prüfen oder ausprobieren, um zu sehen, ob es funktioniert 
testen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
teste
γ΄ ενικό πρόσωπο
testet
ενεστώτα μετοχή
testend
απλός αόριστος
testete
παθητική μετοχή
getestet
Παραδείγματα
Ich muss das Programm testen. 

Πρέπει να δοκιμάσω το πρόγραμμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store