der Termin
Pronunciation
/tɛʁˈmiːn/

Ορισμός και σημασία του "termin"στα γερμανικά

01

ραντεβού, συνάντηση

Eine festgelegte Zeit für ein Treffen oder einen Besuch
der Termin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Termin(e)s
πληθυντικός τύπος
Termine
Παραδείγματα
Der Termin dauert 30 Minuten.
Το ραντεβού διαρκεί 30 λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store