Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Termin
[gender: masculine]
01
ραντεβού, συνάντηση
Eine festgelegte Zeit für ein Treffen oder einen Besuch
Παραδείγματα
Der Termin dauert 30 Minuten.
Το ραντεβού διαρκεί 30 λεπτά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ραντεβού, συνάντηση