Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tendenz
01
τάση, κατεύθυνση
Eine allgemeine Richtung oder Entwicklung, die sich in bestimmten Verhaltensweisen, Meinungen oder Ereignissen zeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tendenzen
γενική πτώση
Tendenz
Παραδείγματα
Die Tendenz zu Homeoffice nimmt zu.
Η τάση προς την εξ αποστάσεως εργασία αυξάνεται.
LanGeek



























