das tempo
tem
ˈtɛm
τεμ
po
po
πο

Ορισμός και σημασία του "tempo"στα γερμανικά

01

ταχύτητα, ρυθμός

Die Geschwindigkeit, mit der sich etwas bewegt oder passiert 
das Tempo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Tempi
γενική πτώση
Tempos
Παραδείγματα
Das Auto fuhr mit hohem Tempo. 

Το αυτοκίνητο οδηγούσε με υψηλή ταχύτητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store