Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Temperament
[gender: neuter]
01
ταμπεραμέντο
Die angeborene oder charakteristische Art eines Menschen, emotional und energetisch auf Situationen zu reagieren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Temperament(e)s
πληθυντικός τύπος
Temperamente
Παραδείγματα
Sein Temperament passt nicht zum stressigen Job.
Ο χαρακτήρας του δεν ταιριάζει με την αγχωτική δουλειά.



























