Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tempel
01
ναός, τέμενος
Ein religiöses Gebäude, das zum Gebet, zur Verehrung von Göttern oder für spirituelle Zeremonien genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tempel
γενική πτώση
Tempels
Παραδείγματα
Der Tempel wurde vor über tausend Jahren erbaut.
Ο ναός χτίστηκε πριν από πάνω από χίλια χρόνια.
LanGeek



























