Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
technisch
01
τεχνικός, τεχνολογικός
Bezieht sich auf Technik oder die Funktionsweise von Geräten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist ein technisches Problem.
Αυτό είναι ένα τεχνικό πρόβλημα.



























