technisch
Pronunciation
/ˈtɛçnɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "technisch"στα γερμανικά

01

τεχνικός, τεχνολογικός

Bezieht sich auf Technik oder die Funktionsweise von Geräten
technisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die technische Ausrüstung ist sehr modern.
Ο τεχνικός εξοπλισμός είναι πολύ μοντέρνος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store