tauen
tauen
taʊ̯ən
tawēn
taufentrauentaugentagen

Ορισμός και σημασία του "tauen"στα γερμανικά

01

λιώνω, αποψύχω

Wenn Eis oder Schnee durch Wärme schmilzt 
tauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
taue
γ΄ ενικό πρόσωπο
taut
ενεστώτα μετοχή
tauend
απλός αόριστος
taute
παθητική μετοχή
getaut
Παραδείγματα
Der Schnee beginnt jetzt zu tauen. 

Το χιόνι αρχίζει τώρα να λιώνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store