Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tauen
01
λιώνω, αποψύχω
Wenn Eis oder Schnee durch Wärme schmilzt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
taue
γ΄ ενικό πρόσωπο
taut
ενεστώτα μετοχή
tauend
απλός αόριστος
taute
παθητική μετοχή
getaut
Παραδείγματα
Wenn es warm wird, taut der Frost.
Όταν ζεσταίνει, ο παγετός λιώνει.



























