tauchen
Pronunciation
/ˈtaʊ̯xən/

Ορισμός και σημασία του "tauchen"στα γερμανικά

tauchen
[past form: tauchte]
01

βουτώ, βυθίζομαι

Mit dem Kopf oder Körper unter Wasser gehen oder unter Wasser bleiben
tauchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
taucht
ενεστώτα μετοχή
tauchend
απλός αόριστος
tauchte
παθητική μετοχή
getaucht
Παραδείγματα
Wir tauchen im Urlaub im See.
Εμείς βουτάμε στη λίμνη στις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store