Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tauchen
[past form: tauchte]
01
βουτώ, βυθίζομαι
Mit dem Kopf oder Körper unter Wasser gehen oder unter Wasser bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
taucht
ενεστώτα μετοχή
tauchend
απλός αόριστος
tauchte
παθητική μετοχή
getaucht
Παραδείγματα
Wir tauchen im Urlaub im See.
Εμείς βουτάμε στη λίμνη στις διακοπές.



























