das tattoo
ta
ˈta
ta
ttoo
tu
too

Ορισμός και σημασία του "tattoo"στα γερμανικά

01

τατουάζ, τατού

Ein Bild oder Muster, das mit Tinte dauerhaft in die Haut gestochen wird 
das Tattoo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Tattoos
γενική πτώση
Tattoos
Παραδείγματα
Sie hat ein Tattoo auf ihrem Arm. 

Έχει ένα τατουάζ στο χέρι της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store