der tatort
tatort
ta:tʔɔʁt
tatawrt

Ορισμός και σημασία του "tatort"στα γερμανικά

01

τόπος εγκλήματος, σκηνή του εγκλήματος

Der Ort, an dem ein Verbrechen passiert 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tatorte
γενική πτώση
Tatorts
Παραδείγματα
Die Polizei sichert den Tatort. 

Η αστυνομία διασφαλίζει τον τόπο του εγκλήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store