die tasse
ta
ˈta
ta
sse
taste

Ορισμός και σημασία του "tasse"στα γερμανικά

01

φλιτζάνι, φλιτζάνι

Ein kleines Gefäß mit Henkel zum Trinken 
die Tasse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tasse
πληθυντικός τύπος
Tassen
Παραδείγματα
Die Tasse ist voll. 

Το φλιτζάνι είναι γεμάτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store