tapezieren

Ορισμός και σημασία του "tapezieren"στα γερμανικά

tapezieren
01

ταπετσαρώνω, κολλώ ταπετσαρία

Die Wände eines Raumes mit Tapeten bekleben
tapezieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tapeziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
tapeziert
ενεστώτα μετοχή
tapezierend
απλός αόριστος
tapezierte
παθητική μετοχή
tapeziert
Παραδείγματα
Er hat das Schlafzimmer selbst tapeziert.
Αυτός τάπησε το υπνοδωμάτιο μόνος του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store