Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tapezieren
01
ταπετσαρώνω, κολλώ ταπετσαρία
Die Wände eines Raumes mit Tapeten bekleben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tapeziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
tapeziert
ενεστώτα μετοχή
tapezierend
απλός αόριστος
tapezierte
παθητική μετοχή
tapeziert
Παραδείγματα
Er hat das Schlafzimmer selbst tapeziert.
Αυτός τάπησε το υπνοδωμάτιο μόνος του.



























