Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Talent
01
ταλέντο, χάρισμα
Eine besondere Fähigkeit oder Begabung für etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Talent(e)s
πληθυντικός τύπος
Talente
Παραδείγματα
Talent allein reicht nicht, man muss auch üben.
Το ταλέντο από μόνο του δεν αρκεί, πρέπει επίσης να εξασκείσαι.



























