das talent
ta
ˈta:
ta
lent
lɛnt
lent
momentpatentadventelement

Ορισμός και σημασία του "talent"στα γερμανικά

01

ταλέντο, χάρισμα

Eine besondere Fähigkeit oder Begabung für etwas 
das Talent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Talente
γενική πτώση
Talent(e)s
Παραδείγματα
Sie hat viel Talent zum Zeichnen. 

Έχει πολύ ταλέντο στο σχέδιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store