Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tageszeitung
[gender: feminine]
01
ημερήσια εφημερίδα, εφημερίδα
Eine Zeitung, die täglich erscheint und über aktuelle Ereignisse berichtet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tageszeitung
πληθυντικός τύπος
Tageszeitungen
κύριο
Παραδείγματα
Auch online kann man die Tageszeitung lesen.
Ημερήσια εφημερίδα μπορεί επίσης να διαβαστεί στο διαδίκτυο.



























