Tageszeitung
Pronunciation
/tˈɑɡɛstsˌaɪtʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "tageszeitung"στα γερμανικά

Tageszeitung
[gender: feminine]
01

ημερήσια εφημερίδα, εφημερίδα

Eine Zeitung, die täglich erscheint und über aktuelle Ereignisse berichtet
Tageszeitung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tageszeitung
πληθυντικός τύπος
Tageszeitungen
κύριο
Παραδείγματα
Auch online kann man die Tageszeitung lesen.
Ημερήσια εφημερίδα μπορεί επίσης να διαβαστεί στο διαδίκτυο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store