die tagesstätte
tagesstätte
ta:gəsʃtɛtə
ταγκασστετα

Ορισμός και σημασία του "tagesstätte"στα γερμανικά

Die Tagesstätte
01

παιδικός σταθμός, κέντρο ημέρας

Eine Einrichtung, in der Kinder tagsüber betreut werden, während die Eltern arbeiten 
die Tagesstätte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tagesstätten
γενική πτώση
Tagesstätte
Παραδείγματα
Mein Sohn geht jeden Morgen in die Tagesstätte. 

Ο γιος μου πηγαίνει στο παιδικό σταθμό κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store