Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tagesstätte
01
παιδικός σταθμός, κέντρο ημέρας
Eine Einrichtung, in der Kinder tagsüber betreut werden, während die Eltern arbeiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tagesstätte
πληθυντικός τύπος
Tagesstätten
Παραδείγματα
Mein Sohn geht jeden Morgen in die Tagesstätte.
Ο γιος μου πηγαίνει στο παιδικό σταθμό κάθε πρωί.



























