Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Tabu
01
ταμπού, απαγόρευση
Ein gesellschaftliches oder kulturelles Verbot, das bestimmte Handlungen, Themen oder Verhaltensweisen als unantastbar oder anstößig erklärt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Tabus
πληθυντικός τύπος
Tabus
Παραδείγματα
Über Geld zu sprechen, ist in manchen Kreisen ein Tabu.
Το να μιλάς για χρήματα είναι ταμπού σε ορισμένους κύκλους.



























