Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Summe
01
σύνολο, ποσό
Das Ergebnis einer Addition oder ein Gesamtbetrag
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Summen
γενική πτώση
Summe
Παραδείγματα
Die Summe aller Rechnungen beträgt 300 Euro.
Το άθροισμα όλων των λογαριασμών ανέρχεται σε 300 ευρώ.
LanGeek



























