der stuhl
stuhl
ʃtu:l
shtool
stahl

Ορισμός και σημασία του "stuhl"στα γερμανικά

01

καρέκλα, κάθισμα

Ein Möbelstück zum Sitzen 
der Stuhl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stuhl(e)s
πληθυντικός τύπος
Stühle
Παραδείγματα
Der Stuhl ist aus Holz. 

Η καρέκλα είναι από ξύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store