Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
studieren
01
σπουδάζω, μελετώ
An einer Universität lernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
studiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
studiert
ενεστώτα μετοχή
studierend
απλός αόριστος
studierte
παθητική μετοχή
studiert
Παραδείγματα
Wir studieren zusammen.
Εμείς μελετάμε μαζί.



























