Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Studienfach
01
πεδίο σπουδών, πανεπιστημιακή ειδίκευση
Ein spezifisches Fachgebiet, das an einer Hochschule oder Universität studiert wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Studienfächer
γενική πτώση
Studienfach(e)s
Παραδείγματα
Mein Studienfach ist Architektur.
Το αντικείμενο σπουδών μου είναι η αρχιτεκτονική.
LanGeek



























