der strandurlaub
strand
ʃtʁant
shtrant
ur
ʊʁ
oor
laub
laʊp
lawp

Ορισμός και σημασία του "strandurlaub"στα γερμανικά

Der Strandurlaub
01

διακοπές στην παραλία, διακοπές στη θάλασσα

Ein Urlaub am Meer oder an einem Strand, oft mit Sonnenbaden und Schwimmen 
der Strandurlaub definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Strandurlaube
γενική πτώση
Strandurlaubs
Παραδείγματα
Wir machen dieses Jahr einen Strandurlaub in Spanien. 

Κάνουμε φέτος διακοπές στην παραλία στην Ισπανία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store