Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Strandurlaub
[gender: masculine]
01
διακοπές στην παραλία, διακοπές στη θάλασσα
Ein Urlaub am Meer oder an einem Strand, oft mit Sonnenbaden und Schwimmen
Παραδείγματα
Nach dem Strandurlaub war ich total erholt.
Μετά τις διακοπές στην παραλία, ένιωθα εντελώς ξεκούραστος.


























