Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Strand
01
παραλία
Der sandige oder steinige Bereich am Meer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Strände
γενική πτώση
Strand(e)s
Παραδείγματα
Wir gehen morgen an den Strand.
Πηγαίνουμε αύριο στην παραλία.
LanGeek



























