der Strand
Pronunciation
/ʃtʀant/

Ορισμός και σημασία του "strand"στα γερμανικά

01

παραλία

Der sandige oder steinige Bereich am Meer
der Strand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Strand(e)s
πληθυντικός τύπος
Strände
Παραδείγματα
Am Strand weht immer eine Brise.
Στην παραλία, πάντα φυσάει μια αύρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store