stilvoll
stil
ˈʃti:l
shtil
voll
fɔl
fawl

Ορισμός και σημασία του "stilvoll"στα γερμανικά

01

κομψός, στυλάτος

Geschmackvoll und modisch in Aussehen oder Wirkung 
stilvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stilvollsten
συγκριτικός βαθμός
stilvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ästhetik, Mode, Verhalten
Παραδείγματα
Ihre stilvolle Handtasche passt perfekt zum Outfit. 

Η κομψή τσάντα της ταιριάζει απόλυτα με το ντύσιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stilvoll

stil

+

voll

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store