still
Pronunciation
/ʃtɪl/

Ορισμός και σημασία του "still"στα γερμανικά

01

ήσυχος, σιωπηλός

Ruhig und leise
still definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stillsten
συγκριτικός βαθμός
stiller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er stand still und lauschte.
Στάθηκε ακίνητος και άκουσε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store