Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stern
[gender: masculine]
01
αστέρι
Ein helles Objekt am Nachthimmel, das Licht abstrahlt
Παραδείγματα
Sie wünscht sich einen Stern.
Εκείνη εύχεται ένα αστέρι.
02
star (shape)
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αστέρι
star (shape)