der stein
stein
ʃtaɪ̯n
shtain
stern

Ορισμός και σημασία του "stein"στα γερμανικά

01

πέτρα, λίθος

Ein hartes, festes Material aus der Natur, oft rund oder eckig 
der Stein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Steine
γενική πτώση
Stein(e)s
Παραδείγματα
Der Stein liegt im Garten. 

Η πέτρα βρίσκεται στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store