der Stein
Pronunciation
/ʃtaɪn/

Ορισμός και σημασία του "stein"στα γερμανικά

01

πέτρα, λίθος

Ein hartes, festes Material aus der Natur, oft rund oder eckig
der Stein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stein(e)s
πληθυντικός τύπος
Steine
Παραδείγματα
Kinder werfen Steine ins Wasser.
Τα παιδιά πετούν πέτρες στο νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store