Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stein
01
πέτρα, λίθος
Ein hartes, festes Material aus der Natur, oft rund oder eckig
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stein(e)s
πληθυντικός τύπος
Steine
Παραδείγματα
Der Stein liegt im Garten.
Η πέτρα βρίσκεται στον κήπο.



























