steil
steil
ʃtaɪ̯l
shtail
stielsteril

Ορισμός και σημασία του "steil"στα γερμανικά

01

απότομος, απόκρημνος

Mit großem Neigungswinkel nach oben oder unten verlaufend 
steil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am steilsten
συγκριτικός βαθμός
steiler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Topografie, Geometrie, Weg
Παραδείγματα
Der Weg zum Gipfel ist sehr steil. 

Το μονοπάτι προς την κορυφή είναι πολύ απότομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store