Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Steigerung
01
αύξηση, επιδείνωση
Das Größer-, Stärker- oder Intensiverwerden von etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Steigerungen
γενική πτώση
Steigerung
Παραδείγματα
Die Steigerung der Produktion war notwendig.
Η αύξηση της παραγωγής ήταν απαραίτητη.
02
σύγκριση, βαθμός σύγκρισης
Die Form eines Adjektivs oder Adverbs, die einen Vergleich ausdrückt
Παραδείγματα
"Schneller" ist die Steigerung von "schnell".
Η εντατικοποίηση είναι η συγκριτική μορφή του "γρήγορο".



























