steif
steif
ʃtaɪf
σταιφ
stoff

Ορισμός και σημασία του "steif"στα γερμανικά

01

άκαμπτος, σκληρός

Kann sich kaum oder gar nicht biegen 
steif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am steifsten
συγκριτικός βαθμός
steifer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Material, Textilien, Bewegung
Παραδείγματα
Das neue Hemd fühlt sich steif an. 

Το καινούριο πουκάμισο φαίνεται άκαμπτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store